Το Περιβάλλον ειναι ο Ναός μας
Η Μοναξια
1193 αναγνώστες
Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008
12:28

Τιποτα δεν ελεγε, καθολου δεν μιλουσε, μονο κοιτουσε μπρος, μεσα στα βαθη της πικρης θαλασσας. Σαν να περιμενε κατι να φανει απο κεινα τα ασημα και μακρινα μερη.Ζουσε με την ελπιδα αυτη. Να δει το φως το ολοτελα ασπρο .Και καποτε πιστευε πως θα 'ρχοτανε διπλα του ,κοντα του.

Και εκει πανω τον εβλεπαν παντοτε να γυρναει ,τα ματια του γυρισμενα προς την θαλασσα.Ισως θαθελε να πεταξει προς το δικο του ονειρο. Στην αλλη πλευρα της Γης. Σαν να μην ηξερε πως καπου τελειωνε κι αυτη.Η ισως να γνωριζε κατι αγνωστο σε μας τους πολλους,τους αλλους, οπως μας ελεγε.

Περνουσανε τα χρονια ηρεμα ,με τον μοναχικο τρελλο των βραχων κρεμασμενο εκει στο χειλος του γκρεμου.Να περιμενει αυτο το φως ναρθει.Οχι πως αν ερχοτανε θα καταλαβαιναμε τιποτα, αλλα πως να το πουμε, υπηρχε και μια αβεβαιοτητα. Οι γνωμες των αλλων ,οπως τους ελεγε, ηταν χωρισμενες. Αλλοι τον ειχαν για τρελλο, αλλοι για προφητη και αλλη για εναν ταλαιπωρο που καποτε τον μαγεψαν οι μουσες.Μα ολοι ,ολοι ακομα και τα μικρα παιδια πιστευαν πως θαρθει καποτε αυτη η στιγμη που ο λαμπερος αυτος ανθρωπος θα συναντησει το πεπρωμενο του. 

Και ετσι καθε παραμονη πρωτοχρονιας του κανανε μια τυπου γιορτη εκει στο παλιο φαρο.Αυτος χαμογελουσε με ολη του την αγαπη και αγκαλιαζε τον κοσμο με μεγαλη εγκαρδιοτητα ,αλλα τα ματια του εμεναν παντα ταξιδεμενα στα αγρια πελαγη.Ποτε κανεις τους δεν ειχε γνωρισει μια τετοια αγνη ψυχη ,ηταν ευλογια που τον ειχαν δικο τους ανθρωπο. Και ας τους ελεγε εκεινος "αλλους". Αυτοι το ειχαν δικο τους, σαν να λεμε η μασκωτ τους.

Μαθανε και αλλοι ανθρωποι απο τα αλλα χωρια εκει γυρω για τον μοναδικο αυτο ανθρωπο και ερχοντουσαν πολλοι να τον δουνε και να τον ακουμπησουν .Καθως περνουσε ο καιρος αρχισαν σιγα- σιγα να τον εχουν σαν φυλαχτο τους.

Μαλιστα μια φορα ειχαν μαζευτει τοσοι πολλοι εκει πανω στον παλιο φαρο, που επικρατουσε το αδιαχωρητο.Δυσκολο να δει ολο αυτο τον κοσμο, απιστευτα κουραστικο εστω και να χαιρετησει ολο αυτο τον κοσμο.Ετσι σκεφτηκε να τραγουδησει, ετσι οπως τραγουδουσε πριν πολλα χρονια με τον πατερα του.Και αμεσως καποιος εφερε μια κιθαρα και του την εδωσε.Ολοι τοτε κανανε ησυχια για να ακουσουνε. Πολλοι δεν πιστευανε πως ηξερε να τραγουδαει, και να παιζει την κιθαρα. Μα με τις πρωτες νοτες που ακουστηκαν ολοι μαγευτηκαν.

Αρχισε λοιπον εκει στην ακρη του γκρεμου να τραγουδαει και τα ματια του ηταν καρφωμενα στην ακρη της θαλασσας ,περιμενοντας αυτο το φως το υπερλαμπρο ναρθει,μα πουθενα δεν φαινοτανε.

Κι ομως ολοι οι "αλλοι" το ειδανε το φως ,μονο που δεν ερχοτανε απο τα βαθη της θαλασσας, αλλα απο εκεινον εκει μπροστα τους.Ελαμπε πεντε φορες πιο φωτεινος απο την  χρυσαυγη και ολοι μεινανε μαρμαρωμενοι μεχρι που τελιωσε το τραγουδι .

Ελαμπε ο φωτεινος νιος ολοσωμος, πανω στους γκρεμους παρατημενος. Με μια απιστευτα μαυρη καρδια φτιαγμενη στα υπογεια της απονης προσμονης.

Αφεντης της μοναξιας ητανε αυτος, ο πιο μεγαλος και δυνατοτερος απο ολους τους θνητους!

 

 

 

 

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
Δεν έχει αξιολογηθεί
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
Σχόλια

27/12 12:39  napoleon
θαυμασιο κειμενο.διαβαζοντας το μου γεννηθηκαν (οι)κόνες...
27/12 12:47  shade
5*

Σχετικά με το blog
Οι Θειοι Αριθμοι Συνιστουν
Εναν Απροσιτο Συμφωνικο Ιστο
Ενα Συμπαν Απο Αγνες Ωδες
Μια Μοναδικη Μυθωδης Οντοτητα





Μοναδικοτητες
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις
23/9Χωρις Φραγμους
Σύνδεσμοι